Η επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα ευρίσκεται σε μια φάση ενεργούς ανασύνθεσης. Πίσω από τους δείκτες της ευρωπαϊκής κατάταξης, αποκαλύπτεται ένα τοπίο όπου καθιερωμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, σύγχρονα ερευνητικά κέντρα και μια αναπτυσσόμενη σκηνή νεοφυών επιχειρήσεων προσπαθούν να προσαρμοστούν με τις οικουμενικές προκλήσεις. Παρακολουθώ στενά αυτόν τον χώρο και σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω μια εμπεριστατωμένη χαρτογράφηση. Δεν θα μείνω σε γενικότητες. Θα εξετάσω ειδικά δεδομένα, απόψεις χρηματοδοτικών εργαλείων, ψηφιακές τάσεις που κερδίζουν βάση στη χώρα και εφαρμόσιμες συμβουλές για όποιον βρίσκεται μέσα στον ελληνικό ερευνητικό ιστό. Επιδίωξή μου είναι να προσφέρω μια εικόνα που συνδυάζει την ανάλυση με τη καθημερινή εμπειρία της καθημερινής πραγματικότητας στα εργαστήρια και στους φορείς καινοτομίας.
Αξιολόγηση ερευνητικού έργου και αποτελέσματος
Το πώς υπολογίζουμε την επιτυχία στην επιστήμη είναι ένα θέμα που εμφανίζεται συνεχώς στις συνομιλίες με συναδέλφους. Στην Ελλάδα, το σύστημα αξιολόγησης θεμελιώνεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε βιβλιομετρικούς δείκτες και στη δημοσίευση σε περιοδικά υψηλού συντελεστή απήχησης. Παρότι αυτό προσφέρει μια σχετικά αντικειμενική βάση σύγκρισης, παρατηρώ ότι συχνά παραβλέπεται ο κοινωνικός και εκπαιδευτικός αντίκτυπος. Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης εφαρμόζει κριτήρια που ενώνουν την ποιότητα με την ποσότητα, αλλά η πίεση για δημοσιεύσεις μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλές συμπεριφορές, όπως ο κατακερματισμός των ευρημάτων σε πολλαπλά άρθρα ελάχιστης πρωτοτυπίας. Η κριτική μου στοχεύει στην ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση που θα εκτιμά την αριστεία στη διδασκαλία, την ανοιχτή επιστήμη και τη συμβολή στη χάραξη πολιτικής.
Παράλληλα, innovation — reviews, μια νέα τάση που ακολουθώ είναι η σταδιακή υιοθέτηση των αρχών της υπεύθυνης έρευνας και καινοτομίας, όπου η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται στη δημοσίευση αλλά απλώνεται στη συμμετοχή των πολιτών και στη δεοντολογία. Στην πράξη, λίγα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν εντάξει επίσημα τέτοιους δείκτες, αλλά οι συζητήσεις έχουν ξεκινήσει, κυρίως μέσα από ευρωπαϊκά έργα συνεργασίας. Η συμβουλή μου προς νεότερους ερευνητές είναι να τεκμηριώνουν συστηματικά όχι μόνο τις δημοσιεύσεις τους, αλλά και τις παρουσιάσεις σε φορείς, τη συμμετοχή κοινού σε πειράματα και κάθε στοιχείο που αποδεικνύει ότι η δουλειά τους περνά τα όρια του εργαστηρίου. Αυτό αποτελεί όπλο σε αξιολογήσεις που πάνε πέρα από τον h-index.
Μια κριτική ματιά στα εργαλεία χρηματοδότησης
Δεν είναι παράλογο να πω ότι η επιβίωση μιας ερευνητικής ομάδας στην Ελλάδα βασίζεται σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από την επιτυχία σε ανταγωνιστικές προκηρύξεις. Ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας αυξάνεται σταδιακά, αλλά η εγχώρια βάση μένει στενή. Γι’ αυτό, το ελληνικό οικοσύστημα έχει δημιουργήσει αξιοσημείωτη εμπειρία στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων. Το Πρόγραμμα “Ορίζων Ευρώπη” είναι ο βασικός στυλοβάτης, με την Ελλάδα να σημειώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε σχέση με το μέγεθος της, ιδιαίτερα στους πυλώνες της αριστείας και των υποδομών. Ωστόσο, η εμπειρία μού δείχνει ότι η εξάρτηση από ένα μόνο κανάλι είναι επικίνδυνη.
Τοπικά και ευρωπαϊκά σχήματα
Το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) αξιολογείται από την κοινότητα ως ο μοχλός που έλειπε. Οι δράσεις του για μεταδιδακτορικούς ερευνητές, η στήριξη βασικής έρευνας και οι συνεργασίες με τη βιομηχανία δίνουν μια πιο ευέλικτη επιλογή στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των μεγάλων ταμείων. Σε πρακτικό επίπεδο, βλέπω ότι οι προκηρύξεις του ΕΛΙΔΕΚ απαιτούν λιγότερη διοικητική προεργασία και προσδίδουν έμφαση στην επιστημονική ποιότητα. Από την άλλη, το ΕΣΠΑ μένει ο κύριος μέσο για υποδομές και μεγάλης κλίμακας ερευνητικά έργα, με την περιφερειακή διάσταση να λαμβάνει όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η συμβουλή μου είναι να μην παραβλέπει κανείς τις περιφερειακές προσκλήσεις, που συχνά έχουν χαμηλότερο ανταγωνισμό και άμεση τοπική εφαρμογή.
Ιδιωτική χρηματοδότηση και επιχειρηματικοί άγγελοι
Μια μεταβολή που αξίζει ιδιαίτερης κριτικής ανάλυσης είναι η ενίσχυση των ιδιωτικών κεφαλαίων για την έρευνα, μέσα από εταιρικά ερευνητικά κέντρα και νέα επενδυτικά σχήματα. Εταιρείες τεχνολογίας και φαρμάκων έχουν ξεκινήσει να δημιουργούν δικές τους μονάδες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, προσελκύοντας επιστήμονες που ψάχνουν σταθερότερες συνθήκες από την ακαδημαϊκή αγορά εργασίας. Επιπλέον, ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου όπως το Metavallon και το Velocity.Partners στηρίζουν πλέον και spin-offs που δημιουργούνται από πανεπιστημιακή έρευνα, μιμούμενα πρότυπα του Ισραήλ. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η αξιολόγηση της ερευνητικής ωριμότητας: ένα ακαδημαϊκό εύρημα δεν είναι απαραίτητα έτοιμο για εμπορική αξιοποίηση, και η απόσταση ανάμεσα στην απόδειξη της ιδέας και στο προϊόν μένει το μεγάλο ζητούμενο. Χρειάζεται ειλικρινής αυτοαξιολόγηση από τις ομάδες.
Ερευνητικές υποδομές και συνεργατικές δομές
Κανένα ερευνητικό αποτέλεσμα δεν δημιουργείται στο κενό. Στην Ελλάδα, οι υποδομές ποικίλλουν από εξελιγμένο εξοπλισμό έως παρατημένα κτήρια, μια διαφορά που βιώνω συχνά στις επισκέψεις μου σε διάφορα ιδρύματα. Ωστόσο, ορισμένες μονάδες αναδεικνύονται. Το Δίκτυο Πραξιτέλης για τον συνεργασία των ερευνητικών υποδομών, το υπερυπολογιστικό σύστημα ARIS που είναι διαθέσιμο μέσω του ΕΔΕΤ, και οι τελευταίας τεχνολογίας κτίρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας είναι περιπτώσεις που καταδεικνύουν ότι όταν υπάρχει στρατηγική, οι επενδύσεις αποδίδουν. Ένα πρόβλημα που με ενδιαφέρει είναι η βιωσιμότητα: πολλές δαπανηρές εγκαταστάσεις δεν υποστηρίζονται από σταθερή οικονομική στήριξη για καθημερινές ανάγκες και εξειδικευμένο προσωπικό, με επακόλουθο να υποχρησιμοποιούνται.
Εκτός από τον εξοπλισμό, οι ερευνητικοί σχηματισμοί και τα clusters λαμβάνουν στρατηγική σημασία. Στην περιοχή της Αθήνας, το Επιστημονικό Πάρκο “Λεύκιππος” του Δημόκριτου φιλοξενεί δεκάδες startups που στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ το Thess INTEC στη Θεσσαλονίκη τραβάει επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Ωστόσο, η εμπειρία μου δείχνει ότι οι συνέργειες μεταξύ σε διαφορετικούς φορείς δεν εμφανίζονται αυθόρμητα· απαιτούν επαγγελματική διαχείριση καινοτομίας και γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας με επαρκές προσωπικό, κάτι που σε πολλά ιδρύματα εξακολουθεί να λείπει. Η υποστήριξη αυτών των δομών είναι προϋπόθεση για να γίνουν οι υποδομές παράγοντας προόδου.
Τα ζητήματα και η προσεχή ημέρα
Κάθε τίμια ανάλυση πρέπει να εντοπίσει τις προκλήσεις. Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό, αν και έχει μετριαστεί, δεν έχει ανακοπεί. Πολλοί από τους πιο ταλαντούχους ερευνητές που συνάντησα στα ελληνικά αμφιθέατρα απασχολούνται σήμερα σε πανεπιστήμια του Μονάχου, του Λονδίνου ή της Βοστώνης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αποδοχών· σχετίζεται με την βεβαιότητα της καριέρας, τον γραφειοκρατικό όγκο και την απουσία ενός ξεκάθαρου οδικού χάρτη σταδιοδρομίας μετά το μεταδιδακτορικό. Όσες ενέργειες, όπως οι θέσεις “Ερευνητή Γέφυρα” του ΕΛΙΔΕΚ, έχουν γίνει, είναι ενθαρρυντικά βήματα αλλά δεν φτάνουν για να αναπληρώσουν το κενό.
Από την άλλη, βλέπω σημάδια αλλαγής που δημιουργούν αισιοδοξία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους μειώνει σταδιακά τη γραφειοκρατία στις ερευνητικές προτάσεις, κάνοντας τη διαδικασία υποβολής πιο προσβάσιμη. Επιπλέον, η ισχυρότερη εμπλοκή της διασποράς μέσα από δίκτυα σαν το Reload Greece διαμορφώνει κανάλια γνώσης και χρηματοδότησης που δεν ήταν διαθέσιμα μια δεκαετία πριν. Πιστεύω ότι το κρίσιμο τεστ για το ελληνικό οικοσύστημα τα επόμενα χρόνια θα είναι η επάρκειά του να διατηρήσει τους νέους ερευνητές που τώρα βρίσκονται στη φάση του διδακτορικού και του πρώτου μεταδιδακτορικού. Αν κατορθώσουν να δουν έναν προοπτική τριών έως πέντε ετών με σταθερή απασχόληση και αυξανόμενες ευθύνες, το στοίχημα της επιστροφής θα γίνει πολύ πιο ενδιαφέρον.
Κλείνοντας αυτή την επισκόπηση, θέλω να μεταφέρω μια πεποίθηση που αναπτύχθηκε από την πολυετή παρατήρηση του χώρου: η ελληνική έρευνα διαθέτει το ανθρώπινο κεφάλαιο και την τεχνική βάση για να πρωταγωνιστήσει σε εξειδικευμένους κλάδους, αλλά απαιτεί συστημικό αλτρουισμό. Οι επιμέρους επιτυχίες μεμονωμένων ομάδων πρέπει να γίνουν οργανωτική μνήμη και όχι πρόσκαιρες ιστορίες. Αυτό υποδηλώνει πρακτικά να ζητήσουμε ανοιχτά δεδομένα, αξιοκρατικές διαδικασίες και αδιάκοπη επένδυση σε ανθρώπους. Αν αυτό το πλαίσιο ισχυροποιηθεί, τότε οι τάσεις που σημείωσα δεν θα μείνουν απλές υποσχέσεις, αλλά θα δώσουν στη χώρα μια ισχυρή θέση στον παγκόσμιο επιστημονικό χάρτη. Το επόμενο βήμα για κάθε ενδιαφερόμενο είναι να ψάξει τις ζωντανές ευκαιρίες που προσφέρονται τώρα, είτε αυτές βρίσκονται σε μια ανοιχτή πρόσκληση του ΕΛΙΔΕΚ, είτε σε ένα ερευνητικό δίκτυο που προσδοκά νέα μέλη.
Συμβουλές για πρωτοεμφανιζόμενους επιστήμονες και νεωτεριστές
Αν αναλαμβάνετε τώρα την πορεία στην ελληνική έρευνα, η πιο σημαντική ερώτηση που χρειάζεται να κάνετε στον εαυτό σας είναι αν έχετε δημιουργήσει ένα ανθεκτικό επαγγελματικό σχέδιο που να αντέχει την αβεβαιότητα. Δεν φτάνει πια μόνο ένα διδακτορικό. Διαπιστώνω ότι οι πετυχημένοι ερευνητές συνδυάζουν τη δημοσιευτική συνέπεια με δεξιότητες διαχείρισης έργων, ικανότητα συγγραφής προτάσεων και ένα διεθνές δίκτυο επαφών που χτίζεται συνειδητά από νωρίς. Συνηθίζω συμβουλεύω τους νεότερους να αφιερώνουν τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό του χρόνου τους στην ανεπίσημη δικτύωση, είτε μέσα από ευρωπαϊκές δράσεις COST, είτε συμμετέχοντας σε θερινά σχολεία και συνέδρια με ενεργό ρόλο.
Ένα άλλο κομβικό σημείο είναι η σχέση με την επιχειρηματικότητα. Δεν εισηγούμαι κάθε ερευνητής να γίνει επιχειρηματίας, αλλά η κατανόηση του πώς μια ανακάλυψη μπορεί να μεταβληθεί σε προϊόν ενισχύει σημαντικά την απασχολησιμότητα. Οι θερμοκοιτίδες του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος παρέχουν προγράμματα καθοδήγησης που καλύπτουν από την κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας έως την παρουσίαση σε επενδυτές. Ακόμη, η ανάδειξη ενός μέντορα από τον χώρο της βιομηχανίας μπορεί να παράσχει προοπτική που απονοιάζει από την ακαδημαϊκή εποπτεία. Η προσωπική μου αντίληψη είναι ότι η αξία ενός ερευνητή εκτιμάται όλο και περισσότερο από την ικανότητά του να αντιμετωπίζει πραγματικά προβλήματα και όχι απλώς να εκδίδει γι’ αυτά.
Ρεύματα που μετασχηματίζουν τον κλάδο
Η πιο έντονη τάση που καταγράφω τον τελευταίο καιρό είναι η σταδιακή αλλά επίμονη στροφή προς την πρακτική έρευνα με απευθείας κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν αναφέρομαι πια μόνο για τη ακαδημαϊκή αριστεία, αλλά για επικεντρωμένες προσπάθειες στην πράσινη ενέργεια, την ψηφιακή υγεία και την τεχνητή νοημοσύνη. Ερευνητικές ομάδες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Πατρών δημιουργούν λύσεις για τη διαχείριση υδάτινων πόρων και την παρακολούθηση σεισμικών φαινομένων με αλγορίθμους μηχανικής μάθησης. Αυτή η στροφή δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή επιλογή· αντανακλά και τις κατευθύνσεις χρηματοδότησης όπου οι προκηρύξεις ζητούν πλέον ρητά μετρήσιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία και την οικονομία.
Η αύξηση της τεχνητής νοημοσύνης και της επιστήμης δεδομένων
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτάει συγκεκριμένο αποτύπωμα στην ελληνική έρευνα, και δεν αναφέρομαι μόνο στην πληροφορική. Βλέπω επιδημιολογικά μοντέλα να εντάσσουν προγνωστικούς αλγορίθμους για την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων, εργαλεία ανάλυσης αρχαιολογικών ευρημάτων που εκμεταλλεύονται υπολογιστική όραση και συστήματα ψηφιακής διακυβέρνησης με επεξεργασία φυσικής γλώσσας για τη νομοθεσία. Το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου, το ΙΤΕ και το ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος” μετέχουν σε ευρωπαϊκά δίκτυα αιχμής, ενώ η δημιουργία του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης προσφέρει θεσμική υπόσταση. Για έναν νέο ερευνητή, η συμβουλή μου είναι να μην αγνοήσει τις δεξιότητες στην επιστήμη δεδομένων, ακόμα κι αν το γνωστικό του αντικείμενο μοιάζει μακρινό· η διεπιστημονικότητα είναι το διαβατήριο για σχεδόν κάθε σύγχρονη πρόταση.
Περιβαλλοντική μετάβαση και βιωσιμότητα
Παρατηρώ τις εξελίξεις στους τομείς της ενέργειας και της κυκλικής οικονομίας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να γίνουν ερευνητική υπεραξία. Οι μελέτες για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα στο Αιγαίο, η ανάπτυξη καινοτόμων φωτοβολταϊκών υλικών στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας, καθώς και τα προγράμματα βιοοικονομίας που λειτουργούν στα Γεωπονικά Πανεπιστήμια, καταδεικνύουν ότι η χώρα μπορεί να εξάγει τεχνογνωσία. Αυτό που βρίσκω ενθαρρυντικό είναι η σύνδεση με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που ψάχνουν ερευνητικούς συνεργάτες αντί για απλούς προμηθευτές. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος οικοδομήσει ερευνητικό προφίλ γύρω από την απανθρακοποίηση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα ανακαλύψει χρηματοδότηση και διεθνείς συμμαχίες.
Η σημερινή κατάσταση της ελληνικής έρευνας
Όταν επικοινωνώ με συναδέλφους από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ελληνική ερευνητική παραγωγή συχνά τους εντυπωσιάζει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, η χώρα παρουσιάζει περίπου 14.000 επιστημονικές εργασίες ετησίως σε περιοδικά με κριτές, με τις βιβλιογραφικές αναφορές να υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επιλεγμένα πεδία. Αυτή η επίδοση δεν είναι συμπτωματική. Τα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, μαζί με ιδρύματα όπως το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, τροφοδοτούν το σύστημα με σταθερή ροή αποτελεσμάτων. Η διαπίστωσή μου είναι ότι η ποιότητα έχει ενισχυθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία, ακόμα κι αν οι χρόνιοι περιορισμοί στις υποδομές εξακολουθούν εμπόδιο.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα δεν είναι απλή. Η υψηλή παραγωγή συνυπάρχει με ένα κατακερματισμένο οικοσύστημα, όπου η διασύνδεση ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και παραγωγικό ιστό συνεχίζει να υπολείπεται του ευρωπαϊκού βορρά. Η χρηματοδότηση εξακολουθεί το κυριότερο αγκάθι. Το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που κατανέμεται στην Έρευνα και Ανάπτυξη έχει ενισχυθεί, κλείνοντας προς το 1,5%, αλλά παραμένει κάτω από τον στόχο του 3% που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι η μεγάλη εξάρτηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, που δημιουργεί κύκλους χρηματοδότησης με απότομες εναλλαγές. Παρόλα αυτά, η ανθεκτικότητα της επιστημονικής κοινότητας είναι εντυπωσιακή.